Social Icons

Tuesday, July 23, 2013

Δικτάτορας Αϊτής

PAPA DOC– όπως έλεγαν τον Φρανσουά Ντιβαλιέ, ήταν ένα από τους πιο διάσημους, ταλαντούχους και εκκεντρικούς δικτάτορες του 20ου αιώνα, εμπνευστής και των διάσημων MacoutesTonton, κυβέρνησε στην Αϊτή μόλιες 14 χρόνια… Αλλά πρόλαβε να κάνει πάρα πολλά. Παρ’ όλη την καθημερινή φρίκη, ολοκληρωτική αδικία του καθεστώτος και απανθρωπιά των μεθόδων ελέγχου, πολλοί βετεράνοι της γραφειοκρατίας και συνταξιούχοι κρατικοί υπάλληλοι με νοσταλγία θυμούνται την «σταθερότητα» και το «δυνατό χέρι» και με δάκρια συγκίνησης στα μάτια αναπολούν τα αγωνιστικά τους νεανικά χρόνια…

Ο Ντιβαλιέ απαγόρεψε όλα τα πολιτικά κόμματα, εκτός από το κυβερνών, έκλεισε όλα τα αντιπολιτευόμενα μέσα ενημέρωσης, διέλυσε τα συνδικάτα και φοιτητικές οργανώσεις. Οι ιερείς που δεν ήθελαν να δοξάζουν το καθεστώς του Πάπα Ντοκ στα κηρύγματά τους, εκδιώχτηκαν από την χώρα. Καθημερινώς οι υπεύθυνοι αξιωματικοί της μυστικής αστυνομίας, παρουσιάζονταν και ενημέρωναν τον πρόεδρο, όπου ο ίδιος αποφάσιζε ποιον θα παρακολουθούν, ποιον θα συλλάβουν και ποιον θα εκτελέσουν.

Για την ενίσχυση του φόβου μεταξύ των πολιτών και για την δημοτικότητά του, ο Ντουβαλιέ επιδέξια παρουσίαζε τον εαυτό του ως μάγο βουντού (μαγική θρησκεία των μαύρων της Αϊτής) ακόμη και ως Βαρόνο Σάββατο, ηγέτη των νεκρών. Μακούτες – Τοντόν απεικόνιζαν τους εαυτούς τους ως αυτοί που ήρθαν από τον κόσμο των νεκρών. Όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ με τον πρόεδρο John Kennedy, άρχισε να επικρίνει τον Ντιβαλιέ για την ανεξέλεγκτη διαφθορά και την υπεξαίρεση των κεφαλαίων, που δινόντουσαν ως βοήθεια και αργότερα ανέστειλε την παροχή βοήθειας, ο Πάπα Ντοκ τρύπησε με βελόνες το κέρινο ομοίωμα του Kennedy, και αργότερα απέδιδε την δολοφονία του ως συνέπεια της τελετής βουντού που του έκανε. Η νέα κυβέρνηση ξανάρχισε την αποστολή βοήθεια γα να εξισορροπήσει με κάποιο τρόπο την επαναστατική επιρροή που δεχόταν η χώρα από την πλευρά του φιλοσοβιετικού καθεστώτος της Κούβας. Ο Ντιβαλιέ, κάποια στιγμή υποσχέθηκε ακόμα και να καλέσει τον διάολο για να μοιραστεί την δύναμή του με τους μάγους της Αϊτής.

Στο «προεδρικό ταμείο», το οποίο υπήρχε παράλληλα με το Δημόσιο ταμείο, ετησίως εκπίπτανε περίπου 3 εκατομμύρια δολάρια, υπό μορφή έμμεσων φόρων για τον καπνό και άλλα είδη μονοπωλιακού εμπορίου. Οπλισμένοι με πολυβόλα όπλα Μακούτες Τοντόν, έπαιρνα μέχρι και 300 δολάρια μηνιαίως από κάθε επιχείρηση ως «εθελοντική θυσία» για το «ταμείο της χρηματοδότησης για την απελευθέρωση της οικονομίας της Αϊτής», που δημιουργήθηκε για τις προσωπικές ανάγκες του Ντιβαλιέ.

Ο Ντιβαλιέ είχε δημιουργήσει ένα εκτεταμένο σύστημα των φυλακών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ιδιαίτερα διαβόητο για την κακή του φήμη, ήταν η μητροπολιτική φυλακή, όπου για τα βασανιστήρια και εκτελέσεις επέβλεπε ο ίδιος ο πρόεδρος. Φωτογραφίες με τα κομμένα κεφάλια και τα πτώματα κρεμασμένα από τα μπαλκόνια εμφανιζόντουσαν συχνά στις εφημερίδες έως ότου αυτό άρχισε να ενοχλεί έντονα αρκετούς τουρίστες. Το προσωπικό του θάλαμο βασανιστηρίων, ο Ντιβαλιέ είχε στο προεδρικό μέγαρο, όπου ένα από τα γνωστά κομμάτια του εξοπλισμού ήταν το λεγόμενο «κουτί ανθρωποστίφτης» - φέρετρο με λεπίδες στο εσωτερικό του. Στα 14 χρόνια της διακυβέρνησης του Ντιβαλιέ «εξαφανίστηκαν» (πιο συγκεκριμένα εκτελέστηκαν) πάνω από 50.000 άτομα, περισσότεροι από 300.000 αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν.

Για ιδεολογικούς σκοπούς το καθεστώς του Ντιβαλιέ χρησιμοποιούσε την ιδέα της Negritude– ένα φιλοσοφικό και πολιτικό δόγμα των μαύρων διανοούμενων και που προέκυψε ως φόρμα αντίδρασης ενάντια στον ρατσισμό. O Πάπα Ντοκ που αυτοανακηρύχθηκε ως υποστηρικτής της Negritude, συχνά απαξιούσε την ιδέα, με κάθε τρόπο τροφοδοτώντας το φυλετικό μίσος. Αναφερόμενος στον μαύρο πληθυσμό της χώρας, έλεγε «Με μισούν, επειδή είμαι, όπως και εσείς, μαύρος. Αυτοί αρνούνται να συνεργαστούν μαζί μου γιατί έχω ορκιστεί να σας κάνω ευτυχισμένους. Σήμερα το προεδρικό μέγαρο είναι ανοικτό για σας. Ελάτε και φωνάξτε: Ζήτω Πάπα Ντοκ!». Ο Ντιβαλιέ εκμεταλλευόταν την άγνοια του λαού και ονόμαζε τον εαυτό του «χρισμένο των θεών της Αϊτής», «Αϊτινό μεσσία», «Πνευματικό πατέρα των ΑΊτινών», «Σημαία της Αϊτής – ο ένας και μοναδικός».

Κάθε χρόνο ο Ντιβαλιέ, όλο και πιο ξεδιάντροπα έβαζε το χέρι του στο θησαυροφυλάκιο του κράτους. Το 1968, όταν ο επίσημος μισθός του ήταν 20.000 δολάριο ετησίως, αγόρασε δύο νέα σπίτια έναντι 575.000 δολαρίων, το Φεβρουάριο 1969 πούλησε στο κράτος για 600.000 δολάριο μια από τις βίλλες του, η οποία του κόστισε 200.000 δολάρια. Η οικογένεια του έγινε ιδιοκτήτρια τεράστιας περιουσίας: είχε αρκετά κτήματα, πήρε στην κατοχή της στην κοιλάδα Αρκάζ αρκετές εκατοντάδες στρέμματα εύφορης γης, την οποία οι αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να καλλιεργούν χωρίς να αμείβονται. Οι καταθέσεις της οικογένειας σε ελβετικές τράπεζες ξεπερνούσαν μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια.

Εκτός αυτού ο Ντιβαλιέ κέρδιζε τα χρήματα και ως συγγραφέας. Η μπροσούρα του «Σκέψεις του Ντιβαλιέ», στην οποία χρησιμοποίησε ως πρότυπο τα αποφθέγματα του Μάο Τσε Τούνγκ, διανεμήθηκε στου Αϊτινούς υποχρεωτικά. Η συλλογή των ομιλιών του αξίας 15 δολάρια, ήταν υποχρεωμένος να αγοράσει ο κάθε πολίτης της Αϊτής. Κρατήσεις επί των μισθών για την αγορά των «έργων» του Ντιβαλιέ, γινόντουσαν αυτόματα. Εκτός αυτού, στην Αϊτή είχαν εκδοθεί 2 εκατομμύρια χρυσά νομίσματα με την εικόνα του Ντιβαλιέ.

Η πολιτική του Ντιβαλιέ κατέστρεψε την ήδη αδύναμη οικονομία της Αϊτής. Για τους 200.000 αϊτινούς, κατοίκους των βόρειο-δυτικών περιοχών, η πείνα ήταν σε μόνιμη βάση ως το κύριο πρόβλημα. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής ανάμεσα στο Port-au-Princeκαι το Cap-Haitien, πωλούσαν τα παιδιά τους ηλικίας από 5 έως 15 χρονών για λίγα δολάρια, με την ελπίδα ότι τα παιδιά αυτά θα τρέφονται κανονικά, ενώ οι ίδιοι ζούσαν με μια χούφτα ρυζιού ως τροφή ημερησίως. Η διαφθορά στον κρατικό μηχανισμό είχε φτάσει σε πρωτοφανή ποσοστά, οι δωροδοκίες και εξαγορές είχαν γίνει καθημερινό φαινόμενο.

No comments: